σαγκιταρία

και σαγιτταρία, η, Ν
βοτ. γένος αγγειόσπερμων μονοκότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια αλισματίδες τής τάξης αλισματώδη, με 20 περίπου είδη υδροχαρών πολυετών ποών τών εύκρατων και τροπικών περιοχών τής Γής.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. sagittaria < νεολατ. sagittaria < λατ. sagitta «βέλος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαγιτταρία — η, Ν βοτ. βλ. σαγκιταρία …   Dictionary of Greek

  • Κεϊρός, Πέντρο Φερνάντες ντε- — (Pedro Fernandes de Queiros, 1560 – 1614). Πορτογάλος θαλασσοπόρος. Το 1595 πήρε μέρος σε μια αποικιστική αποστολή στα νησιά του Σολομώντα, στον Ειρηνικό, που είχε οργανώσει ο Αλβάρα Μεντάνια. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο τελευταίος πέθανε και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.